ROCK, ROCK-N-ROLL, REGGAE

Τρύπες - Ταξιδιάρα ψυχή

Λονδίνο, Άμστερνταμ ή Βερολίνο
έχεις ξεχάσει που ακριβώς θες να πας
Όσα και αν έχω δανεικά πια δε σου δίνω
να κάνεις βόλτες με το magic bus, 
Όσα και αν έχω δανεικά πια δε σου δίνω
να κάνεις βόλτες με το magic bus.

Ταξιδιάρα ψυχή, 
και αν θέλω δίπλα σου είναι δύσκολο να μένω
Καιρός να δω την δικιά μου ζωή, 
σ’ αυτό το ταξίδι δε θα σε περιμένω.

Θα ψωνιστώ, και κάποιο βράδυ, 
ότι έχω μέσα μου για σένα θα το σβήσω, 
Είναι μονόδρομος ο δρόμος που’χεις πάρει
και δε σε βλέπω να γυρίζεις πίσω, 
Είναι μονόδρομος ο δρόμος που’χεις πάρει
και δε σε βλέπω να γυρίζεις πίσω.

Ταξιδιάρα ψυχή, 
και αν θέλω δίπλα σου είναι δύσκολο να μένω
Καιρός να δω την δικιά μου ζωή, 
σ’ αυτό το ταξίδι δε θα σε περιμένω.

Τρύπες - Ταξιδιάρα Ψυχή

Λονδίνο, Άμστερνταμ ή Βερολίνο
έχεις ξεχάσει που ακριβώς θες να πας
Όσα και αν έχω δανεικά πια δε σου δίνω
να κάνεις βόλτες με το magic bus, 
Όσα και αν έχω δανεικά πια δε σου δίνω
να κάνεις βόλτες με το magic bus.

Ταξιδιάρα ψυχή, 
και αν θέλω δίπλα σου είναι δύσκολο να μένω
Καιρός να δω την δικιά μου ζωή, 
σ’ αυτό το ταξίδι δε θα σε περιμένω.

Θα ψωνιστώ, και κάποιο βράδυ, 
ότι έχω μέσα μου για σένα θα το σβήσω, 
Είναι μονόδρομος ο δρόμος που’χεις πάρει
και δε σε βλέπω να γυρίζεις πίσω, 
Είναι μονόδρομος ο δρόμος που’χεις πάρει
και δε σε βλέπω να γυρίζεις πίσω.

Ταξιδιάρα ψυχή, 
και αν θέλω δίπλα σου είναι δύσκολο να μένω
Καιρός να δω την δικιά μου ζωή, 
σ’ αυτό το ταξίδι δε θα σε περιμένω.

Τζίμης Πανούσης - Νεοέλληνας
Τζίμης Πανούσης - Νεοέλληνας

Κάνω βουτιές σε βόθρο με εικόνες

φουσκώνω τα βυζιά μου με ορμόνες
θέλω να γίνω σαν Αμερικάνος, 
μ’ αρέσει στα κρυφά κι ο Μητροπάνος

Έλληνας νεοέλληνας

Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά
και ψήλωσε η κοντούλα λεμονιά.
στα Σάλωνα δε σφάζουνε αρνιά
δεν πάει το παπάκι στην Ποταμιά.

Κι η παπαλάμπραινα γυμνή χαϊδεύει δώρο συσκευή
σ’ ένα τηλεπαιχνίδι πουλημένο

Πουλάκι ξένο πουλί χαμένο μου τρώει τα σπλάχνα
δεν βγάζω άχνα.

Καίω τα δέντρα χτίζω μεζονέτες
θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες
σ’ ένα κλουβί γραφείο σαν αγρίμι
παίζω ατέλειωτο βουβό ταξίμι.

Έλληνας νεοέλληνας

Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά
και ψηλωσε η κοντούλα λεμονιά.
στα Σάλωνα δε σφάζουνε αρνιά
δεν πάει το παπάκι στην Πόταμιά.

Κι η Παπαλάμπραινα γυμνή χαϊδέυει δώρο συσκευή
σ’ ένα τηλεπαιχνίδι πουλημένο

Πουλάκι ξένο πουλί χαμένο
μου τρώει τα σπλάχνα δεν βγάζω άχνα.

Φάκα adidas μου 'πιασε τη φτέρνα
μπερδεύω το τζουκ μποξ με τη λατέρνα.
πάνω απ του τάφου μου το κυπαρίσσι
μαύρη χελώνα με έχει κατουρήσει

Έλληνας νεοέλληνας

Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά
και ψήλωσε η κοντούλα λεμονιά.
στα Σάλωνα δε σφάζουνε αρνιά
δεν πάει το παπάκι στην Ποταμιά.

Γιάννης Αγγελάκας - Σιγά μην κλάψω

Μου λεν αν φύγω από τον κύκλο θα χαθώ
στα όρια του μοναχά να γυροφέρνω
και πως ο κόσμος είν’ ανήμερο θεριό
κι όταν δαγκώνει εγώ καλά είναι να σωπαίνω.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω
και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, 
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό, 
θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, 
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ.

Μου λεν αν φύγω πιο ψηλά θα ζαλιστώ
καλύτερα στη λάσπη εδώ μαζί τους να κυλιέμαι
και πως αν θέλω περισσότερα να δω, 
σ’ ένα καθρέφτη μοναχός μου να κοιτιέμαι.

Κι όταν φοβούνται πως μπορεί να τρελαθώ
μου λεν να πάω κρυφά κάπου να κλάψω.
Και να θυμάμαι πως αυτό το σκηνικό
είμαι μικρός πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω.

Μα εγώ μ’ένα άγριο περήφανο χορό
σαν αετός πάνω απ’ τις λύπες θα πετάξω.
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, 
σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ

Γιορτή - Τρύπες

Τα λόγια μου είναι μια γλυκιά προσευχή
κουρνιάζουν έξω από το κλεισμένο σου παράθυρο
και αν τ’ άφηνες θ’ ανοίγαν μια ρωγμή
απ’ το μικρό κελί σου ως το άπειρο

Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο
Πάνω απ’ τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο
πάνω απ’ τη στάχτη

Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει, σε ό,τι σου τρώει την ψυχή
Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί

Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή
Ζήσε μαζί μου στον αέρα, στη φωτιά στη βροχή
Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή

Τα λόγια μου είναι μια ανέλπιδη ευχή
Σβησμένα φώτα μέσα στο άχαρο δωμάτιο
Και αν τ’ άφηνες θα καίγαν τη σιωπή
Και θα διαλύαν το κρυμμένο σου παράπονο

Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο
Πάνω απ’ τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο
πάνω απ’ τη στάχτη

Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει, σε ό,τι σου τρώει την ψυχή
Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί

Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή
Ζήσε μαζί μου στον αέρα, στη φωτιά, στη βροχή
Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή

Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει σε ό,τι σου τρώει την ψυχή
Υπάρχει ακόμα υπάρχει κάτι που δεν έχει χαθεί

Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή
Ζήσε μαζί μου στον αέρα, στη φωτιά στη βροχή
Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή

Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή

Τρύπες- Καινούρια ζάλη

Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός
Σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει
Μα εσύ σε λίγο δε θα βρίσκεσαι εδώ
Κάποιοι άλλοι θα παλεύουν με τη σκόνη

Θέλεις ξανά ν’ αποτελειώσεις μοναχός
Ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει
Κάτω απ’ τα ρούχα σου ξυπνάει ο πιο παλιός θεός
Μες τις βαλίτσες σου στριμώχνονται όλοι οι δρόμοι

Ποιοι χάρτες σου ζεστάνανε ξανά το μυαλό
Ποιες θάλασσες στεγνώνουν στο μικρό σου κεφάλι
Ποιος άνεμος σε παίρνει πιο μακριά από δω
Πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Σε ποιο όνειρο σε ξύπνησαν βρεμένο, λειψό
Ποιοι δαίμονες ποτίζουν την καινούρια σου ζάλη
Ποιος έρωτας σε σπρώχνει πιο μακριά από δω
Πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Το όνειρο που σ’ έφερε μια μέρα ως εδώ
Σήμερα καίγεται, σκουριάζει και σε διώχνει
Μια σε κρατάει στη γη, μια σε ξερνάει στον ουρανό
Το ίδιο όνειρο σε τρώει και σε γλιτώνει

Θέλεις ξανά ν’ αποτελειώσεις μοναχός
Ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει
Κάτω απ’ τα ρούχα σου ξυπνάει ο πιο παλιός θεός
Μες τις βαλίτσες σου στριμώχνονται όλοι οι δρόμοι

Ποια νήματα σ’ ενώνουν με μια άλλη θηλιά
Ποια κύματα σε διώχνουν απ’ αυτό το λιμάνι
Ποια μοίρα σε φωνάζει από την άλλη μεριά
Πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Ποια σύννεφα σκεπάσαν τη στεγνή σου καρδιά
Ποια αστέρια τραγουδάνε την καινούρια σου ζάλη
Ποιο ψέμα σε κρατάει στην αλήθεια κοντά
Πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Ποιες λέξεις μέσα σου σαπίζουν και δε θέλουν να βγουν
Ποια ελπίδα σ’ οδηγεί στην πιο γλυκιά αυταπάτη
Ποια θλίψη σε κλωτσάει πιο μακριά από παντού
Πες μου ποιος φόβος σε νίκησε πάλι

Νικόλας Άσιμος - Το παπάκι

Έχω ένα παπάκι να μου κάνει πα
να μου κάνει πα, πα, πα
Και ένα κουνελάκι που όλο μου κουνάει
που όλο μου κουνάει τ’ αφτιά

Και δε μου καίγεται καρφί
αν εσύ περνάς και δε μου ξαναμιλάς

Ίσως να ξανάρθεις όταν θα έχω πια
όταν, θα έχω πια χαθεί
κι ή θα μ’ έχουν θάψει ή θα έχω μα 
ή θα έχω μαραθεί

Και ας μη σου καίγεται καρφί
Και ας συνήθισες και ας συνήθισες και εσύ

Νικόλας Άσιμος - Ο Μπαγάσας

Aφήνω πίσω τις αγορές και τα παζάρια.
Θέλω να τρέξω στις καλαμιές και τα λιβάδια, 
να ξαναγίνω καβαλάρης
και ξαναέλα να με πάρεις ουρανέ, 
για δεν υπήρξα κατεργάρης
και τη χρειάζομαι τη χάρη σου μωρέ.

Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω;
Μιαν ανάσα γυρεύω για να γιάνω.
Δεν το πιστεύω να με χλευάζεις
σαν σε χαζεύω δε χαμπαριάζεις.
Πρότεινέ μου κάποια λύση
δε θα σου παρα κοστήσει.

Και θα σου φτιάχνω τραγουδάκια
με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν.
Για το χαμένο μου αγώνα
που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν

Aφήνω πίσω το σαματά και τους ανθρώπους.
Έχω χορτάσει κατραπακιές και ψάχνω τρόπους
πως να ξεφύγω από τη μοίρα
κι έχω μέσα μου πλημμύρα ουρανέ, 
για δεν υπήρξα κατεργάρης
και θα το θες να με φλερτάρεις γαλανέ.

Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω;
Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω.
κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις
ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις
κι ότι σου `ρθει κατεβάζεις
μην θαρρείς πως με ταράζεις.

Γιατί σου φτιάχνω τραγουδάκια
με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν.
Για το χαμένο μου αγώνα
που τ’ αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν

Παυλος Σιδηροπουλος - Ροκ ν ρολ στο κρεβατι

Γουστάρω να σ' ακουώ κούκλα μου όταν μιλάς
Να αληθωρίζουν μάτια όταν στην πίστα πηδάς
Γουστάρω όταν ακούω "Αχ, τι παιδί ειν' αυτό!"
Γιατί εσύ ξέρεις στο κρεβάτι τι θα πει rock and roll

Στα σκοτεινά δωμάτια ειν' η ψυχή μας γυμνή
Και δεν χωράν εκεί μυστικά
Και συ μονάχα ξέρεις πως η αλήθεια ειν' εκεί
Που η μοναξιά μου στον καθρέπτη κοιτά

Γουστάρω που όταν κλαίω δεν ρωτάς το γιατί
Γιατί εσύ ξέρεις πως ο πόνος μου έχει αιτία τυφλή
Γουστάρω σαν γατούλα όταν μου παίζεις κρυφτώ
Κι όταν φοβάμαι μην σε χάσω να μου λες "σ' αγαπώ"

Στα σκοτεινά δωμάτια ειν' η ψυχή μας γυμνή
Και δεν χωράν εκεί μυστικά
Και συ μονάχα ξέρεις πως η αλήθεια ειν' εκεί
Που η μοναξιά μου στον καθρέπτη κοιτά

Το ξέρω πως δεν ειμ' αυτός
Που πάνω του θα στηριχτείς
Ούτε λεφτάς κι ίσως φυγάς
Πιωμένο μες στα μπαρ να με βρεις

Όμως εγώ θα σου μετρώ
Της πόλης το σφυγμό μ' αγκαλιές
Θα σου χαϊδεύω το μυαλό
Με χίλιες και μια νύχτες γλυκές

Στα σκοτεινά δωμάτια ειν' η ψυχή μας γυμνή
Και δεν χωράν εκεί μυστικά
Και εκεί να σ' αγαπάω ξέρω κούκλα μου εκεί
Την μοναξιά μου στον καθρέπτη όταν σπας

Na m'agapas - Paulos Sidiropoulos

Σου γράφω πάλι από ανάγκη 
η ώρα πέντε το πρωί 
το μόνο πράγμα που `χει μείνει 
όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ 

Τι να τις κάνω τις τιμές τους 
τα λόγια τα θεατρικά 
μες στην οθόνη του μυαλού μου 
χάρτινα είδωλα νεκρά 

Να μ’ αγαπάς όσο μπορείς να μ’ αγαπάς 

Κοιτάζοντας μες στον καθρέφτη 
βλέπω ένα πρόσωπο γνωστό 
κι ίσως η ασχήμια του να φύγει 
μόλις πλυθώ και ξυριστώ 

Βρωμάει η ανάσα απ’ τα τσιγάρα 
βαραίνει ο νους μου απ’ τα πολλά 
στον τοίχο κάποια Μόνα Λίζα 
σε φέρνει ακόμα πιο κοντά 

Να μ’ αγαπάς όσο μπορείς να μ’ αγαπάς 

Αν και τελειώνει αυτό το γράμμα 
η ανάγκη μου δε σταματά 
σαν το πουλί πάνω στο σύρμα 
σαν τον αλήτη που γυρνά 

Θέλω να `ρθείς και να μ’ ανάψεις 
το παραμύθι να μου πεις 
σαν μάνα γη να μ’ αγκαλιάσεις 
σαν άσπρο φως να ξαναρθείς.

Παύλος Σιδηρόπουλος - Στην Κ

Όταν κάποιο βράδυ θα σε ξυπνήσει απότομη η κραυγή σου
και τρέξεις στη μαμά σου να το πεις
Και κείνη τρομαγμένη μες στο ψυγείο κλείσει τη φωνή σου
μα θα `ναι αργά μεσάνυχτα και θα `χεις κουραστεί

Όταν θ’ αγαπήσεις το γέλιο σου και την αναπνοή σου
και δεις πως έχεις κάτι να μας πεις
Στο πλάι σου ο άνθρωπος που διάλεξες βιτρίνα στη ζωή σου, 
τριάκοντα αργύρια αντίτιμο σιωπής

Πες μας τι θα γίνει αν κάποτε θ’ αγγίξεις το κορμί σου
και το βρεις τσακισμένο απ’ τις πληγές
Και γύρω σου κούκλες χλωμές ανίκανες ν’ ακούσουν τη φωνή σου
κι οι αλήθειες σου να σέρνονται στο πάτωμα γυμνές

Λιωμένο παγωτό

Κάποιος κοιτάει την ώρα κάποιος στο δρόμο τρέχει
κάπου σε κάποια χώρα τώρα μπορεί να βρέχει

Και μένα τι με νοιάζει εδώ έχει πάντα ήλιο
μόνο που με τρομάζει οπότε λέω θα φύγω
είχα πει θα φύγω, είχα πει

Κι όμως είμαι ακόμα εδώ κι αυτό το καλοκαίρι
λιωμένο παγωτό κολλάει στο χέρι

Κάποιος κοιτάει την ώρα κάποιος στον δρόμο τρέχει
είμαι ακόμα εδώ

Έχει αδειάσει η πόλη γυρνάω στην παραλία
έχουνε φύγει όλοι η ώρα πήγε μια

Και μένα τι με νοιάζει εδώ έχει πάντα ήλιο
μόνο που με τρομάζει οπότε λέω θα φύγω
είχα πει θα φύγω είχα πει

Κι όμως είμαι ακόμα εδώ κι αυτό το καλοκαίρι
λιωμένο παγωτό κολλάει στο χέρι

Κάποιος κοιτάει την ώρα κάποιος στο δρόμο τρέχει
είμαι ακόμα εδώ

Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Το μαχαίρι

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζωνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες 
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη, 
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια, 
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες, 
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζωσει, 
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν, 
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια, 
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει, 
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο, 
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ’το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζωνη μου σφιγμένο, 
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το `καμα δικό μου, 
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω, 
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Σφεντόνα

Σαράντα χρόνια έφηβος κοντα μισό αιώνα το καλοκαίρι άσπριζα, μαύριζα τον χειμώνα.
Σαράντα χρόνια ανώριμος ξεφτίλας Δον Κιχώτης.
Τώρα 40 χρόνια φρόνιμος ωραίος και ιππότης.

Γεννήθηκα σ’ ένα χωριό Τετάρτη μεσημέρι.
Γιατρός δε με ξεπέταξε μα μιας μαμής το χέρι.
οι συγγενείς μαζεύτηκαν από νωρίς στο σπίτι.
Πώς είναι έτσι το παιδί και τι μεγάλη μύτη!!

Νάνι νάνι το παιδί μας νάνι. Νάνι νάνι και παρήγγειλα, 
νάνι νάνι στην Πόλη τα προικιά του και τα χρυσαφικά του τα παρήγγειλα.
Νάνι νάνι κι όπου το πονεί να γιάνει, νάνι νάνι, 
νάνι νάνι του.
Μα εγώ από τον ύπνο μου την έκανα κοπάνα, 
Τέντωνα τη σφεντόνα μου σημάδευα αεροπλάνα.
Και πάνω στο καλύτερο με ξύπναγαν με βία
για να μ’ αποκοιμήσουνε δασκάλοι στα θρανία.

Κι ενώ όλα τα θυμόμουνα κι είχα μυαλό ξουράφι, 
να μεγαλώσω ξέχασα και έμεινα στο ράφι.
Έτσι για πάντα κράτησα την παιδική μου εικόνα, 
εκείνου του αλητάμπουρα που κράταγε σφεντόνα.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο.
Μικρό μικρό σου το `δωσα, άρχοντα φέρε μου το.
Κρύψε και τη σφεντόνα του, φρόνιμο κάνε μου το.

Παλιέ μου φίλε, γνώριμε, συμμαθητή, θαμώνα, 
μαζί μου απόψε έφερα εκείνη τη σφεντόνα.
Μην πάει ο νους σου στο κακό, πουλιά δε θα χτυπήσω.
Με κότσυφες και πέρδικες τι έχω να χωρίσω;

Τα παιδικά μας όνειρα θα σας εκσφενδονίσω, 
με χρώματα και μουσικές θα σας τα τραγουδήσω.
Παλιέ μου φίλε, γνώριμε, συμμαθητή, θαμώνα, 
απόψε που βρεθήκαμε, σου δίνω τη σφεντόνα.